top of page

Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια (CIDP)
Καραγιώργης Γεώργιος MD, Νευρολόγος

Τι είναι η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια (CIDP);

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια (Chronic Inflammatory Demyelinating Polyneuropathy – CIDP) αποτελεί μία σπάνια, χρόνια, αυτοάνοση διαταραχή του περιφερικού νευρικού συστήματος, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον των ίδιων των περιφερικών νεύρων του οργανισμού.

Η κύρια βλάβη αφορά τη μυελίνη, δηλαδή το προστατευτικό περίβλημα που περιβάλλει τις νευρικές ίνες και επιτρέπει την ταχεία και ομαλή μετάδοση των ηλεκτρικών νευρικών ώσεων.

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια συγκαταλέγεται στις χρόνιες αυτοάνοσες απομυελινωτικές πολυριζονευροπάθειες και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες, αλλά και θεραπεύσιμες, αιτίες προοδευτικής περιφερικής νευροπάθειας.

Αν και πρόκειται για σχετικά σπάνια νόσο, η έγκαιρη αναγνώρισή της έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κατάλληλη θεραπεία μπορεί να αναστείλει τη φλεγμονώδη διαδικασία, να περιορίσει τη μόνιμη νευρική βλάβη και να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Σε αντίθεση με τις κληρονομικές ή εκφυλιστικές νευροπάθειες, όπου η νευρική βλάβη εξελίσσεται ανεξάρτητα από την ανοσολογική δραστηριότητα, η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια αποτελεί νόσο στην οποία η φλεγμονή και η ανοσολογική δυσλειτουργία βρίσκονται στο επίκεντρο της παθολογικής διαδικασίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ανταποκρίνεται στις ανοσοτροποποιητικές θεραπείες, γεγονός που την καθιστά μία από τις λίγες σοβαρές νευρολογικές παθήσεις με αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές.

Τι είναι η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια (CIDP);

Σε ποια κατηγορία νευρολογικών νοσημάτων ανήκει η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια;

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια ανήκει στην ευρύτερη ομάδα των αυτοάνοσων περιφερικών νευροπαθειών, δηλαδή των παθήσεων στις οποίες το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στα περιφερικά νεύρα.

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με το Σύνδρομο Guillain–Barré (GBS), καθώς και οι δύο παθήσεις προκαλούνται από ανοσολογική επίθεση στη μυελίνη των περιφερικών νεύρων.

Ωστόσο, πρόκειται για δύο διαφορετικές νοσολογικές οντότητες.

Το Σύνδρομο Guillain–Barré εμφανίζεται οξέως, εξελίσσεται μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες και συνήθως φτάνει στη μέγιστη βαρύτητά του μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Αντίθετα, η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια χαρακτηρίζεται από βραδεία εξέλιξη, με επιδείνωση που διαρκεί τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες, ενώ σε αρκετούς ασθενείς συνεχίζεται για μήνες ή ακόμη και χρόνια.

Για τον λόγο αυτό, η CIDP δεν θεωρείται απλώς η "χρόνια μορφή" του Guillain–Barré, αλλά μία ξεχωριστή αυτοάνοση νόσος με διαφορετική φυσική ιστορία, διαφορετική ανοσολογική συμπεριφορά και διαφορετικές θεραπευτικές ανάγκες.

Τι προσβάλλει η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια στον οργανισμό;

Η νόσος προσβάλλει αποκλειστικά το περιφερικό νευρικό σύστημα, δηλαδή όλα τα νεύρα που βρίσκονται έξω από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό.

Τα νεύρα αυτά μεταφέρουν συνεχώς πληροφορίες από τον εγκέφαλο προς τους μύες και από το σώμα προς τον εγκέφαλο, επιτρέποντας την κίνηση, την αίσθηση της αφής, του πόνου, της θερμοκρασίας και της θέσης των άκρων.

Παθογένεια της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια είναι μια πολύπλοκη αυτοάνοση νόσος, της οποίας η ακριβής αιτία δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Η σύγχρονη νευρολογική έρευνα δείχνει ότι η νόσος προκύπτει από τη συνδυασμένη δράση γενετικών, ανοσολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, οι οποίοι οδηγούν σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και τελικά σε φλεγμονώδη καταστροφή των περιφερικών νεύρων.

Σε φυσιολογικές συνθήκες, το ανοσοποιητικό σύστημα διαθέτει πολύπλοκους μηχανισμούς που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει με ακρίβεια ποια κύτταρα ανήκουν στον ίδιο τον οργανισμό και ποιοι μικροοργανισμοί αποτελούν πραγματική απειλή. Στην Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια, για λόγους που δεν είναι πάντοτε γνωστοί, αυτή η ανοσολογική ανοχή διαταράσσεται. Ως αποτέλεσμα, ορισμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τη μυελίνη και άλλες δομές των περιφερικών νεύρων ως ξένους ιστούς, ενεργοποιώντας μια παρατεταμένη φλεγμονώδη αντίδραση.

Η φλεγμονή αυτή δεν αποτελεί ένα στιγμιαίο γεγονός αλλά μία συνεχώς εξελισσόμενη διαδικασία. Καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα εξακολουθεί να επιτίθεται στα νεύρα, η μυελίνη καταστρέφεται, επιχειρεί να αναγεννηθεί και στη συνέχεια καταστρέφεται ξανά. Οι επαναλαμβανόμενοι αυτοί κύκλοι απομυελίνωσης και επαναμυελίνωσης αλλοιώνουν σταδιακά τη φυσιολογική δομή των νεύρων, με αποτέλεσμα να μειώνεται ολοένα και περισσότερο η ικανότητά τους να μεταδίδουν τα ηλεκτρικά ερεθίσματα.

Στα πρώτα στάδια της νόσου, η βλάβη περιορίζεται κυρίως στη μυελίνη και είναι σε σημαντικό βαθμό αναστρέψιμη εφόσον χορηγηθεί έγκαιρα ανοσοθεραπεία. Αν όμως η φλεγμονώδης διαδικασία παραμείνει ενεργή για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε αρχίζει να επηρεάζεται και ο ίδιος ο άξονας του νεύρου, δηλαδή η νευρική ίνα που μεταφέρει τις ηλεκτρικές ώσεις. Η αξονική βλάβη αποτελεί το σημαντικότερο αίτιο μόνιμης νευρολογικής αναπηρίας στη CIDP και εξηγεί γιατί οι ασθενείς με καθυστερημένη διάγνωση παρουσιάζουν συχνά ατελή αποκατάσταση ακόμη και μετά από επιτυχημένη θεραπεία.

Η παθολογοανατομική εξέταση των προσβεβλημένων νεύρων αποκαλύπτει χαρακτηριστικές αλλοιώσεις, όπως φλεγμονώδη διήθηση από ανοσοκύτταρα, τμηματική απομυελίνωση, πάχυνση των νευρικών ελύτρων και τις λεγόμενες "onion bulb" αλλοιώσεις. Οι τελευταίες δημιουργούνται από επαναλαμβανόμενους κύκλους απομυελίνωσης και επαναμυελίνωσης και αποτελούν χαρακτηριστικό εύρημα της χρόνιας μορφής της νόσου.

Εκλυτικοί παράγοντες της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας

Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στην κατανόηση της νόσου, δεν έχει εντοπιστεί ένας μοναδικός παράγοντας που να προκαλεί την εμφάνιση της CIDP. Αντίθετα, θεωρείται ότι πρόκειται για αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων, οι οποίοι δρουν σε άτομα με αυξημένη ανοσολογική ευαισθησία.

Σημαντικό ποσοστό ασθενών αναφέρει ότι τα πρώτα συμπτώματα εμφανίστηκαν λίγες εβδομάδες μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού ή του γαστρεντερικού συστήματος. Οι λοιμώξεις αυτές δεν προκαλούν άμεσα τη νόσο, αλλά πιθανώς λειτουργούν ως ανοσολογικό ερέθισμα, ενεργοποιώντας μηχανισμούς που οδηγούν στη λανθασμένη αναγνώριση των περιφερικών νεύρων ως ξένων ιστών.

Έχουν επίσης περιγραφεί περιπτώσεις στις οποίες η έναρξη της νόσου συνέπεσε χρονικά με χειρουργικές επεμβάσεις, σοβαρούς τραυματισμούς ή έντονο σωματικό στρες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι παράγοντες αυτοί αποτελούν άμεση αιτία της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας.

Πιθανότερο είναι να επιταχύνουν την εκδήλωση μιας ήδη υποκείμενης ανοσολογικής δυσλειτουργίας.

Σε μικρό αριθμό ασθενών, η CIDP εμφανίζεται παράλληλα με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, το σύνδρομο Sjögren ή η θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Η συνύπαρξη αυτή υποδηλώνει ότι ορισμένα άτομα διαθέτουν γενικότερη προδιάθεση ανάπτυξης αυτοάνοσων αντιδράσεων.

Επιδημιολογία της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια αποτελεί μία από τις συχνότερες επίκτητες αυτοάνοσες πολυνευροπάθειες, παραμένει όμως συνολικά μία σπάνια νευρολογική νόσος.

Παρότι μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε άτομο, ανεξαρτήτως ηλικίας ή φύλου, η συχνότητά της στον γενικό πληθυσμό είναι σχετικά μικρή, γεγονός που πολλές φορές οδηγεί σε καθυστέρηση της διάγνωσης, ιδιαίτερα όταν τα πρώτα συμπτώματα είναι ήπια ή άτυπα.

Οι μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες εκτιμούν ότι ο επιπολασμός της CIDP κυμαίνεται περίπου από 1 έως 9 ασθενείς ανά 100.000 κατοίκους, ενώ η ετήσια επίπτωση υπολογίζεται σε περίπου 0,3 έως 1 νέο περιστατικό ανά 100.000 άτομα.

Οι διαφορές αυτές οφείλονται κυρίως στα διαφορετικά διαγνωστικά κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς, καθώς και στη βελτίωση των διαγνωστικών μεθόδων τις τελευταίες δεκαετίες.

Με την εφαρμογή των νεότερων διαγνωστικών οδηγιών της European Academy of Neurology (EAN) και της Peripheral Nerve Society (PNS), αναγνωρίζονται πλέον περισσότεροι ασθενείς, ιδιαίτερα εκείνοι που παρουσιάζουν άτυπες μορφές της νόσου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η πραγματική συχνότητα της CIDP να θεωρείται σήμερα πιθανότατα μεγαλύτερη από ό,τι πιστευόταν στο παρελθόν

Ηλικία εμφάνισης της νόσου​

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, από την παιδική ηλικία έως και την προχωρημένη τρίτη ηλικία. Παρόλα αυτά, η συχνότητά της αυξάνεται σημαντικά μετά την ηλικία των 40 ετών.

Η μεγαλύτερη επίπτωση παρατηρείται μεταξύ της πέμπτης και της έβδομης δεκαετίας της ζωής, δηλαδή περίπου μεταξύ των 45 και 70 ετών. Στις ηλικίες αυτές το ανοσοποιητικό σύστημα φαίνεται να παρουσιάζει μεγαλύτερη προδιάθεση για την ανάπτυξη χρόνιων αυτοάνοσων νευρολογικών νοσημάτων.

Στα παιδιά η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια είναι σαφώς πιο σπάνια, αντιπροσωπεύοντας μικρό ποσοστό όλων των περιστατικών. Όταν όμως εμφανιστεί, η έγκαιρη θεραπεία συνοδεύεται συνήθως από πολύ καλή πρόγνωση και σημαντική λειτουργική αποκατάσταση.

Στους ηλικιωμένους ασθενείς η διάγνωση είναι συχνά δυσκολότερη, επειδή τα συμπτώματα μπορεί να συγχέονται με φυσιολογική μυϊκή αδυναμία της ηλικίας, με διαβητική πολυνευροπάθεια ή με εκφυλιστικές παθήσεις της αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης.

 

Διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια εμφανίζεται και στα δύο φύλα, παρουσιάζει όμως σαφή προτίμηση στους άνδρες.

Οι περισσότερες μεγάλες μελέτες δείχνουν ότι οι άνδρες προσβάλλονται περίπου 1,5 έως 2 φορές συχνότερα από τις γυναίκες. Οι λόγοι αυτής της διαφοράς δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί πλήρως. Πιθανολογείται ότι γενετικοί, ορμονικοί και ανοσολογικοί παράγοντες επηρεάζουν τη διαφορετική ευαισθησία των δύο φύλων στην ανάπτυξη της νόσου.

Παρά την ελαφρώς αυξημένη συχνότητα στους άνδρες, η βαρύτητα της νόσου, η ανταπόκριση στη θεραπεία και η μακροχρόνια πρόγνωση δεν φαίνεται να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των δύο φύλων.

Ποια όργανα και ποιες λειτουργίες επηρεάζει η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια;
 

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια δεν προσβάλλει τον εγκέφαλο ούτε τον νωτιαίο μυελό. Αντίθετα, η βλάβη εντοπίζεται αποκλειστικά στο περιφερικό νευρικό σύστημα, δηλαδή στα νεύρα που μεταφέρουν πληροφορίες μεταξύ του κεντρικού νευρικού συστήματος και ολόκληρου του σώματος.

Επειδή τα περιφερικά νεύρα εξυπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες, η καταστροφή τους επηρεάζει πολλαπλά συστήματα του οργανισμού.

Τα κινητικά νεύρα μεταφέρουν τις εντολές του εγκεφάλου προς τους μύες.

Όταν αυτά προσβληθούν, εμφανίζεται προοδευτική μυϊκή αδυναμία, δυσκολία στη βάδιση, κόπωση κατά την άσκηση και σταδιακή απώλεια της μυϊκής ισχύος.

Τα αισθητικά νεύρα μεταφέρουν πληροφορίες από το δέρμα, τους μυς και τις αρθρώσεις προς τον εγκέφαλο. Η προσβολή τους οδηγεί σε αιμωδίες, μυρμηγκιάσματα, αίσθημα καύσου, μειωμένη αίσθηση αφής, πόνου ή θερμοκρασίας και διαταραχή της ιδιοδεκτικότητας, δηλαδή της ικανότητας του οργανισμού να αντιλαμβάνεται τη θέση των άκρων στον χώρο.

Η απώλεια της ιδιοδεκτικότητας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες αστάθειας στους ασθενείς με CIDP. Πολλοί ασθενείς περιγράφουν ότι αισθάνονται σαν να «μην καταλαβαίνουν πού πατούν», ιδιαίτερα όταν περπατούν στο σκοτάδι ή με κλειστά μάτια, καθώς τότε δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την απώλεια της αισθητικότητας με την όραση.

Η νόσος επηρεάζει επίσης το αντανακλαστικό τόξο των νεύρων.

Ως αποτέλεσμα, τα φυσιολογικά τενόντια αντανακλαστικά μειώνονται σημαντικά ή εξαφανίζονται πλήρως. Η αρεφλεξία αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα κλινικά ευρήματα της CIDP και έχει ιδιαίτερα μεγάλη διαγνωστική σημασία.

Σε αντίθεση με άλλες πολυνευροπάθειες, το αυτόνομο νευρικό σύστημα συνήθως επηρεάζεται ελάχιστα ή καθόλου. Έτσι, σοβαρές διαταραχές της αρτηριακής πίεσης, της εφίδρωσης ή της λειτουργίας της ουροδόχου κύστης είναι σχετικά ασυνήθιστες και, όταν υπάρχουν, υποχρεώνουν τον νευρολόγο να εξετάσει προσεκτικά το ενδεχόμενο άλλης διάγνωσης.

Συμπτώματα της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Αρχικά συμπτώματα της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας

Η έναρξη της CIDP είναι συνήθως ύπουλη και εξελίσσεται αργά. Σε αντίθεση με το σύνδρομο Guillain-Barré, όπου η επιδείνωση συμβαίνει μέσα σε λίγες ημέρες, στη CIDP τα συμπτώματα αναπτύσσονται σταδιακά και επιμένουν ή επιδεινώνονται για περισσότερο από οκτώ εβδομάδες.

Στα πρώτα στάδια, οι περισσότεροι ασθενείς δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι πάσχουν από μία σοβαρή νευρολογική νόσο. Τα συμπτώματα είναι ήπια, εμφανίζονται προοδευτικά και συχνά αποδίδονται σε κόπωση, υπερκόπωση, έλλειψη βιταμινών ή προβλήματα της μέσης και του αυχένα.

Το συχνότερο πρώτο σύμπτωμα είναι ένα ήπιο αίσθημα μουδιάσματος ή μυρμηγκιάσματος στα δάκτυλα των ποδιών. Οι ασθενείς περιγράφουν ότι αισθάνονται σαν να φορούν λεπτές κάλτσες ή σαν να περπατούν πάνω σε βαμβάκι. Με την πάροδο του χρόνου, το αίσθημα αυτό ανεβαίνει προς τις γάμπες και αργότερα εμφανίζεται και στα δάκτυλα των χεριών.

Παράλληλα αρχίζει να εμφανίζεται μυϊκή αδυναμία, αρχικά στα κάτω άκρα. Ο ασθενής δυσκολεύεται περισσότερο να ανεβεί σκάλες, να σηκωθεί από χαμηλή καρέκλα ή να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις χωρίς διαλείμματα. Η κόπωση γίνεται εντονότερη από ό,τι θα περίμενε κανείς για την ηλικία ή τη φυσική του κατάσταση.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό πρώιμο σύμπτωμα είναι η προοδευτική απώλεια της ισορροπίας. Πολλοί ασθενείς αναφέρουν ότι σκοντάφτουν πιο εύκολα, αισθάνονται ασταθείς σε ανώμαλο έδαφος ή χρειάζονται να κοιτούν συνεχώς τα πόδια τους όταν περπατούν.

Στα αρχικά στάδια, τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως συμμετρικά, επηρεάζοντας σχεδόν στον ίδιο βαθμό και τις δύο πλευρές του σώματος. Η συμμετρική αυτή κατανομή αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της τυπικής μορφής της CIDP και βοηθά τον νευρολόγο στη διαφορική διάγνωση από άλλες εστιακές νευροπάθειες.

 

 

Η εξέλιξη των συμπτωμάτων στη CIDP

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια χαρακτηρίζεται από μία αργή αλλά προοδευτική επιδείνωση της νευρολογικής λειτουργίας.

Σε αντίθεση με πολλές άλλες νευρολογικές παθήσεις που εκδηλώνονται αιφνίδια, η CIDP εξελίσσεται ύπουλα μέσα σε εβδομάδες ή μήνες. Στην αρχή, τα συμπτώματα μπορεί να είναι τόσο ήπια ώστε ο ασθενής να συνεχίζει κανονικά τις καθημερινές του δραστηριότητες. Καθώς όμως η φλεγμονώδης απομυελίνωση επεκτείνεται σε ολοένα περισσότερα περιφερικά νεύρα, οι λειτουργικές δυσκολίες γίνονται ολοένα πιο εμφανείς.

Η ένταση και ο ρυθμός εξέλιξης διαφέρουν σημαντικά από ασθενή σε ασθενή. Ορισμένοι παρουσιάζουν αργή επιδείνωση επί σειρά ετών, ενώ άλλοι εμφανίζουν επεισόδια υποτροπών που ακολουθούνται από περιόδους σχετικής βελτίωσης. Η μεγάλη αυτή κλινική ετερογένεια αποτελεί έναν από τους λόγους που η διάγνωση απαιτεί ιδιαίτερη εμπειρία από εξειδικευμένο νευρολόγο.

 

Προοδευτικά επιδεινούμενα συμπτώματα της CIDP

Καθώς η φλεγμονώδης διεργασία συνεχίζεται, η απομυελίνωση επεκτείνεται τόσο στις νευρικές ρίζες όσο και στα περιφερικά νεύρα των άνω και κάτω άκρων. Η μετάδοση των ηλεκτρικών ώσεων γίνεται ολοένα πιο αργή και λιγότερο αποτελεσματική, με αποτέλεσμα η μυϊκή ισχύς να μειώνεται προοδευτικά.

Η αδυναμία δεν περιορίζεται πλέον μόνο στα πόδια. Με την πάροδο του χρόνου εμφανίζεται και στα χέρια, επηρεάζοντας τόσο τους εγγύς όσο και τους περιφερικούς μύες. Οι ασθενείς δυσκολεύονται να σηκώσουν αντικείμενα, να μεταφέρουν ψώνια, να σηκώσουν τα χέρια πάνω από το ύψος των ώμων ή να παραμείνουν όρθιοι για αρκετή ώρα χωρίς κόπωση.

Παράλληλα επιδεινώνονται οι διαταραχές της λεπτής κινητικότητας. Απλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως το κούμπωμα ενός πουκαμίσου, η χρήση κλειδιών, η γραφή, το κράτημα μικρών αντικειμένων ή η χρήση του κινητού τηλεφώνου, γίνονται ολοένα πιο δύσκολες. Οι κινήσεις γίνονται αδέξιες και απαιτούν μεγαλύτερη προσπάθεια και συγκέντρωση.

Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η προοδευτική διαταραχή της βάδισης. Οι ασθενείς αρχίζουν να περπατούν πιο αργά, κάνουν μικρότερα βήματα και συχνά χρειάζονται να στηρίζονται σε τοίχους, έπιπλα ή μπαστούνι για να διατηρήσουν την ισορροπία τους. Σε προχωρημένες περιπτώσεις απαιτείται περιπατητήρας ή αναπηρικό αμαξίδιο.

Βαθμός βαρύτητας της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας

Η βαρύτητα της CIDP παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση. Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν ήπια μόνο συμπτώματα και διατηρούν φυσιολογική κινητικότητα για πολλά χρόνια, ενώ άλλοι παρουσιάζουν σοβαρή αναπηρία μέσα σε λίγους μήνες εάν δεν λάβουν έγκαιρη θεραπεία.

Στις ήπιες μορφές, ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται μόνο περιστασιακό μούδιασμα και μικρή μυϊκή αδυναμία, χωρίς σημαντικό περιορισμό στις καθημερινές δραστηριότητες.

Στις μέτριες μορφές, η μυϊκή αδυναμία επηρεάζει πλέον τη βάδιση και τις λεπτές κινήσεις των χεριών. Η εργασία, η οδήγηση και πολλές καθημερινές δραστηριότητες γίνονται δυσκολότερες, ενώ αρκετοί ασθενείς χρειάζονται φυσικοθεραπεία ή βοηθήματα βάδισης.

Στις σοβαρές μορφές, η αδυναμία μπορεί να εξελιχθεί σε σημείο που ο ασθενής αδυνατεί να περπατήσει χωρίς υποστήριξη ή να αυτοεξυπηρετηθεί. Σε μικρό ποσοστό περιπτώσεων μπορεί να επηρεαστούν και οι αναπνευστικοί μύες ή οι βολβικές λειτουργίες, κατάσταση που απαιτεί άμεση νοσηλεία και εντατική νευρολογική παρακολούθηση. Ευτυχώς, τέτοιες βαριές εκδηλώσεις είναι πολύ λιγότερο συχνές στη CIDP απ' ό,τι στο σύνδρομο Guillain–Barré.

Αξίζει να τονιστεί ότι η βαρύτητα της νόσου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ένταση των συμπτωμάτων κατά τη στιγμή της διάγνωσης. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν η διάρκεια της ενεργού φλεγμονής, η παρουσία αξονικής βλάβης, η ανταπόκριση στη θεραπεία και η συχνότητα των υποτροπών. Για τον λόγο αυτό, η συστηματική παρακολούθηση από εξειδικευμένο νευρολόγο είναι απαραίτητη ακόμη και όταν ο ασθενής εμφανίζει σημαντική κλινική βελτίωση.

Οι κλινικές μορφές της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Η CIDP δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς. Αν και η κλασική μορφή της νόσου είναι η συχνότερη, σήμερα είναι γνωστό ότι υπάρχουν αρκετές κλινικές παραλλαγές, οι οποίες διαφέρουν ως προς την εντόπιση της νευρικής βλάβης, τη συμπτωματολογία, την εξέλιξη της νόσου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανταπόκριση στη θεραπεία.

Η αναγνώριση της σωστής κλινικής μορφής δεν αποτελεί απλώς ακαδημαϊκή ταξινόμηση. Αντίθετα, επηρεάζει σημαντικά τη διαγνωστική προσέγγιση, την επιλογή της θεραπείας και τη μακροχρόνια πρόγνωση του ασθενούς.

Για τον λόγο αυτό, οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες της European Academy of Neurology (EAN) και της Peripheral Nerve Society (PNS) διαχωρίζουν την Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια σε τυπική μορφή και σε αρκετές παραλλαγές.

Τυπική CIDP (Typical CIDP)

Η τυπική μορφή αποτελεί περίπου το 50–60% όλων των περιπτώσεων και είναι η μορφή που περιγράφεται στα περισσότερα ιατρικά συγγράμματα.

Η νόσος ξεκινά συνήθως ύπουλα, με συμμετρική μυϊκή αδυναμία και στα τέσσερα άκρα, η οποία εξελίσσεται σταδιακά μέσα σε διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ εβδομάδων. Η αδυναμία αφορά τόσο τους εγγύς μύες, όπως οι μύες των ώμων και των μηρών, όσο και τους περιφερικούς μύες των χεριών και των ποδιών.

 

Περιφερική απομακρυσμένη συμμετρική μορφή (Distal Acquired Demyelinating Symmetric Neuropathy – DADS)

Η μορφή DADS χαρακτηρίζεται από κυρίαρχη προσβολή των περιφερικότερων τμημάτων των άκρων.

Τα συμπτώματα εντοπίζονται κυρίως στις παλάμες και στα πέλματα, ενώ οι εγγύς μύες των μηρών και των ώμων παραμένουν σχετικά ανέπαφοι για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι ασθενείς παραπονιούνται κυρίως για έντονο μούδιασμα, αστάθεια στη βάδιση, δυσκολία στις λεπτές κινήσεις των χεριών και προοδευτική αδυναμία των άκρων.

 

Πολυεστιακή επίκτητη απομυελινωτική αισθητικοκινητική νευροπάθεια (MADSAM ή Σύνδρομο Lewis–Sumner)

Η μορφή αυτή διαφέρει σημαντικά από την τυπική CIDP επειδή η προσβολή των νεύρων είναι ασύμμετρη.

Η νόσος μπορεί να ξεκινήσει μόνο από ένα χέρι ή μόνο από ένα πόδι και να παραμείνει έτσι για αρκετούς μήνες πριν επεκταθεί στις υπόλοιπες περιοχές.

 

Καθαρά κινητική μορφή (Motor CIDP)

Σε αυτή την παραλλαγή προσβάλλονται σχεδόν αποκλειστικά τα κινητικά νεύρα.

Οι ασθενείς παρουσιάζουν προοδευτική μυϊκή αδυναμία χωρίς σημαντικό μούδιασμα ή αισθητικές διαταραχές. Η εικόνα αυτή μπορεί να μοιάζει ιδιαίτερα με την πολυεστιακή κινητική νευροπάθεια (Multifocal Motor Neuropathy – MMN), γεγονός που καθιστά τη διαφορική διάγνωση ιδιαίτερα απαιτητική.

 

Καθαρά αισθητική μορφή (Sensory CIDP)

Στην αισθητική μορφή της νόσου κυριαρχούν οι διαταραχές της αισθητικότητας, ενώ η μυϊκή ισχύς παραμένει φυσιολογική ή παρουσιάζει μόνο ήπια μείωση.

Οι ασθενείς εμφανίζουν έντονο μούδιασμα, απώλεια ιδιοδεκτικότητας, αστάθεια και δυσκολία στη βάδιση.

 

Εστιακή μορφή (Focal CIDP)

Η εστιακή μορφή αποτελεί τη σπανιότερη παραλλαγή της νόσου.

Η φλεγμονώδης απομυελίνωση περιορίζεται αρχικά σε ένα μόνο νεύρο ή σε ένα μόνο νευρικό πλέγμα, όπως το βραχιόνιο ή το οσφυοϊερό πλέγμα.

 

Αυτοάνοσες κομβοπάθειες (Autoimmune Nodopathies)

Τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει οδηγήσει στην αναγνώριση μιας ιδιαίτερης ομάδας ασθενών, οι οποίοι παλαιότερα ταξινομούνταν ως πάσχοντες από Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι ορισμένοι ασθενείς παράγουν αυτοαντισώματα έναντι πρωτεϊνών που βρίσκονται στις περιοχές των νεύρων, όπως οι Neurofascin-155, Contactin-1, Caspr1 και Neurofascin-186.

Στις περιπτώσεις αυτές η παθολογική διαδικασία δεν αφορά κυρίως την κλασική απομυελίνωση, αλλά τη διαταραχή της λειτουργίας των κόμβων του Ranvier και των κομβικών δομών.

Διάγνωση της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Η διάγνωση της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη σύγχρονη Κλινική Νευρολογία. Παρότι η νόσος διαθέτει χαρακτηριστικά κλινικά και ηλεκτροφυσιολογικά γνωρίσματα, δεν υπάρχει μία και μοναδική εξέταση που να επιβεβαιώνει με απόλυτη βεβαιότητα την παρουσία της.

Αντίθετα, η διάγνωση βασίζεται στη συνδυαστική αξιολόγηση του ιστορικού του ασθενούς, της νευρολογικής εξέτασης, των ηλεκτροφυσιολογικών ευρημάτων, των εργαστηριακών εξετάσεων και, όπου χρειάζεται, των απεικονιστικών ή ιστοπαθολογικών δεδομένων.

Ουσιαστικά, ο νευρολόγος καλείται να απαντήσει σε δύο θεμελιώδη ερωτήματα. Το πρώτο είναι αν τα συμπτώματα οφείλονται πράγματι σε χρόνια απομυελίνωση των περιφερικών νεύρων. Το δεύτερο είναι αν υπάρχει κάποια άλλη πάθηση που μπορεί να προκαλεί παρόμοια κλινική εικόνα.

Η διάγνωση, επομένως, δεν στηρίζεται μόνο στην αναγνώριση της CIDP αλλά και στον προσεκτικό αποκλεισμό δεκάδων άλλων νευρολογικών και συστηματικών νοσημάτων.

Διαφορική διάγνωση της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια δεν είναι η μοναδική νόσος που προκαλεί προοδευτική μυϊκή αδυναμία, αιμωδίες και διαταραχές της βάδισης. Αντίθετα, αρκετές νευρολογικές, μεταβολικές, αυτοάνοσες και αιματολογικές παθήσεις μπορούν να εμφανίσουν παρόμοια συμπτώματα, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια.

Για τον λόγο αυτό, η διάγνωση της CIDP δεν βασίζεται μόνο στην αναγνώριση των χαρακτηριστικών της ευρημάτων, αλλά και στον προσεκτικό αποκλεισμό άλλων νοσημάτων που απαιτούν διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.

Η διαδικασία αυτή ονομάζεται διαφορική διάγνωση και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του εξειδικευμένου νευρολόγου.

Θεραπευτική αντιμετώπιση της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας (CIDP)

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια συγκαταλέγεται στις λίγες σοβαρές νευρολογικές παθήσεις για τις οποίες υπάρχουν αποτελεσματικές ανοσοτροποποιητικές θεραπείες. Στόχος της θεραπείας δεν είναι μόνο η βελτίωση των συμπτωμάτων, αλλά κυρίως η διακοπή της φλεγμονώδους διαδικασίας πριν προκληθεί μόνιμη βλάβη των περιφερικών νεύρων.
Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξατομικεύεται για κάθε ασθενή και εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου, τη διάρκεια των συμπτωμάτων, την παρουσία αξονικής βλάβης, την ηλικία, τα συνοδά νοσήματα και την ανταπόκριση στις προηγούμενες θεραπείες.
Η έγκαιρη έναρξη της θεραπείας αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει τη μακροχρόνια λειτουργική αποκατάσταση και μειώνει τον κίνδυνο μόνιμης νευρολογικής αναπηρίας.
 
Ενδοφλέβιες ανοσοσφαιρίνες (IVIg)
Οι ενδοφλέβιες ανοσοσφαιρίνες αποτελούν μία από τις θεραπείες πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση της CIDP. Χορηγούνται ενδοφλεβίως σε εξειδικευμένες μονάδες ημερήσιας νοσηλείας ή κατά τη διάρκεια σύντομης νοσηλείας, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας.
Οι ανοσοσφαιρίνες δεν καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά τροποποιούν τη λειτουργία του, μειώνοντας την παθολογική ανοσολογική επίθεση εναντίον των περιφερικών νεύρων.
Σε μεγάλο ποσοστό ασθενών παρατηρείται αισθητή βελτίωση της μυϊκής δύναμης, της βάδισης και της λειτουργικότητας μέσα στις πρώτες εβδομάδες από τη χορήγησή τους.
Σε ασθενείς που χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης, μπορεί να χρησιμοποιηθούν και υποδόριες ανοσοσφαιρίνες (SCIg), οι οποίες επιτρέπουν τη θεραπεία στο σπίτι μετά από κατάλληλη εκπαίδευση.
 
Κορτικοστεροειδή
Τα κορτικοστεροειδή αποτελούν επίσης θεραπεία πρώτης γραμμής και χρησιμοποιούνται για την καταστολή της φλεγμονώδους ανοσολογικής αντίδρασης.
Μπορούν να χορηγηθούν καθημερινά από το στόμα ή με διαλείποντα ενδοφλέβια ή από του στόματος θεραπευτικά σχήματα, ανάλογα με την κλινική εικόνα και την κρίση του θεράποντος νευρολόγου.
Επειδή η μακροχρόνια χρήση τους μπορεί να συνοδεύεται από σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως οστεοπόρωση, αύξηση του σωματικού βάρους, υπεργλυκαιμία, υπέρταση και αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων, απαιτείται τακτική ιατρική παρακολούθηση.
 
Πλασμαφαίρεση
Η πλασμαφαίρεση αποτελεί μία αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή, ιδιαίτερα σε ασθενείς με σοβαρή επιδείνωση ή όταν απαιτείται ταχεία βελτίωση της νευρολογικής εικόνας.
Κατά τη διαδικασία αυτή απομακρύνεται μέρος του πλάσματος του αίματος, το οποίο περιέχει τα παθολογικά αυτοαντισώματα και άλλους φλεγμονώδεις παράγοντες που συμμετέχουν στην ανοσολογική επίθεση κατά των περιφερικών νεύρων.
Η θεραπεία πραγματοποιείται αποκλειστικά σε νοσοκομειακό περιβάλλον από εξειδικευμένες ομάδες και συνήθως εφαρμόζεται σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
 
Άλλες θεραπευτικές επιλογές
Σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στις θεραπείες πρώτης γραμμής ή παρουσιάζουν συχνές υποτροπές, μπορεί να χρησιμοποιηθούν ανοσοκατασταλτικά ή άλλες ανοσοτροποποιητικές θεραπείες. Η επιλογή τους εξατομικεύεται και πραγματοποιείται αποκλειστικά από εξειδικευμένα νευρολογικά κέντρα, καθώς η αποτελεσματικότητα και οι ενδείξεις τους διαφέρουν ανάλογα με την κλινική μορφή της νόσου.
Παράλληλα, η φυσικοθεραπεία, η εργοθεραπεία και η εξατομικευμένη άσκηση αποτελούν σημαντικά συμπληρωματικά στοιχεία της θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η διατήρηση της μυϊκής δύναμης, της κινητικότητας και της ισορροπίας συμβάλλει ουσιαστικά στη λειτουργική ανεξαρτησία και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Νοσηλεία ή θεραπεία στο σπίτι;

Δεν χρειάζονται όλοι οι ασθενείς με CIDP νοσηλεία. Η απόφαση εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Οι ασθενείς με ήπια ή μέτρια συμπτώματα μπορούν συνήθως να παρακολουθούνται σε εξωτερικό επίπεδο και να λαμβάνουν τη θεραπεία τους σε μονάδες ημερήσιας νοσηλείας ή, στην περίπτωση των υποδόριων ανοσοσφαιρινών, ακόμη και στο σπίτι.
Αντίθετα, όταν υπάρχει ταχεία επιδείνωση της μυϊκής αδυναμίας, σοβαρή δυσκολία στη βάδιση, αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης ή σπάνια προσβολή των αναπνευστικών ή βολβικών μυών, απαιτείται άμεση νοσηλεία σε νοσοκομείο για στενή νευρολογική παρακολούθηση και ταχεία έναρξη θεραπείας.

Πρόγνωση της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας

Η πρόγνωση της Χρόνιας Φλεγμονώδους Απομυελινωτικής Πολυνευροπάθειας είναι γενικά ευνοϊκή, ιδιαίτερα όταν η διάγνωση τίθεται έγκαιρα και η θεραπεία ξεκινά πριν εμφανιστεί σημαντική αξονική βλάβη.

Η πλειονότητα των ασθενών παρουσιάζει ουσιαστική βελτίωση της μυϊκής δύναμης και της λειτουργικότητας μετά την έναρξη της θεραπείας. Πολλοί διατηρούν ανεξάρτητη βάδιση και φυσιολογική καθημερινή δραστηριότητα για πολλά χρόνια, ενώ αρκετοί επιτυγχάνουν παρατεταμένες περιόδους ύφεσης.

Ωστόσο, η CIDP είναι συνήθως μια χρόνια νόσος που απαιτεί μακροχρόνια παρακολούθηση. Ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται θεραπεία συντήρησης για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ άλλοι εμφανίζουν υποτροπές που απαιτούν επανεκτίμηση και προσαρμογή της θεραπευτικής αγωγής.

Η καθυστέρηση στη διάγνωση ή η παρατεταμένη ενεργός φλεγμονή αυξάνουν τον κίνδυνο μόνιμης αξονικής βλάβης, μυϊκής ατροφίας και υπολειπόμενης αναπηρίας. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη αναγνώριση της νόσου και η συστηματική παρακολούθηση από νευρολόγο με εμπειρία στις παθήσεις του περιφερικού νευρικού συστήματος αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες για μια ευνοϊκή μακροχρόνια έκβαση.

Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια είναι μια σπάνια αλλά δυνητικά σοβαρή αυτοάνοση νόσος του περιφερικού νευρικού συστήματος. Η χαρακτηριστική προσβολή της μυελίνης οδηγεί σε προοδευτική μυϊκή αδυναμία, αισθητικές διαταραχές και απώλεια αντανακλαστικών, συμπτώματα που μπορεί να περιορίσουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα όταν δεν αναγνωριστούν έγκαιρα.

Παρά τη σοβαρότητά της, η CIDP αποτελεί μία από τις πλέον θεραπεύσιμες χρόνιες νευρολογικές παθήσεις. Η σύγχρονη διαγνωστική προσέγγιση, η έγκαιρη έναρξη ανοσοθεραπείας και η μακροχρόνια παρακολούθηση από εξειδικευμένο νευρολόγο επιτρέπουν στους περισσότερους ασθενείς να διατηρήσουν υψηλό επίπεδο λειτουργικότητας και καλής ποιότητας ζωής.

Για το ραντεβού σας καλέστε: 697 1895 259

Καραγιώργης Γεώργιος Νευρολόγος

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ) για τη Χρόνια Φλεγμονώδη Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια (CIDP)

Είναι η CIDP κληρονομική;

Όχι. Η Χρόνια Φλεγμονώδης Απομυελινωτική Πολυνευροπάθεια δεν θεωρείται κληρονομική νόσος και δεν μεταβιβάζεται από τους γονείς στα παιδιά μέσω συγκεκριμένου γονιδίου. Πρόκειται για ένα επίκτητο αυτοάνοσο νόσημα, στο οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στη μυελίνη των περιφερικών νεύρων.

Παρότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να έχουν γενετική προδιάθεση για την ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων, μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί ότι η CIDP εμφανίζει οικογενή κληρονομικότητα.

Είναι η CIDP θανατηφόρα;

Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι. Η CIDP δεν θεωρείται θανατηφόρα νόσος και το προσδόκιμο ζωής των περισσότερων ασθενών είναι παρόμοιο με αυτό του γενικού πληθυσμού.

Ωστόσο, χωρίς έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σημαντική αναπηρία, δυσκολία στη βάδιση, απώλεια της αυτονομίας και μόνιμη νευρολογική βλάβη. Σπάνια, σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να προσβληθούν και οι αναπνευστικοί ή βολβικοί μύες, οπότε απαιτείται άμεση νοσοκομειακή αντιμετώπιση.

 

Μπορεί η CIDP να θεραπευτεί πλήρως;

Δεν υπάρχει σήμερα οριστική θεραπεία που να εξαλείφει μόνιμα τη νόσο. Ωστόσο, η CIDP είναι μία από τις πιο αποτελεσματικά αντιμετωπίσιμες αυτοάνοσες νευρολογικές παθήσεις.

Με τη σωστή ανοσοθεραπεία, πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν σημαντική ή ακόμη και πλήρη λειτουργική αποκατάσταση, ενώ αρκετοί παραμένουν σε μακροχρόνια ύφεση χωρίς ενεργά συμπτώματα. Άλλοι μπορεί να χρειάζονται θεραπεία συντήρησης ή περιοδική επανεκτίμηση σε περίπτωση υποτροπής.

Η πρόγνωση είναι σαφώς καλύτερη όταν η θεραπεία ξεκινήσει έγκαιρα, πριν προκληθεί εκτεταμένη αξονική βλάβη.

Μπορεί ένας ασθενής με CIDP να εργάζεται;

Ναι. Πολλοί ασθενείς συνεχίζουν να εργάζονται κανονικά, ιδιαίτερα όταν η νόσος διαγνωστεί έγκαιρα και ανταποκριθεί καλά στη θεραπεία.

Η δυνατότητα εργασίας εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου, τον βαθμό της μυϊκής αδυναμίας, τις απαιτήσεις του επαγγέλματος και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Εργασίες με έντονη σωματική καταπόνηση μπορεί να γίνουν δυσκολότερες, ενώ επαγγέλματα γραφείου ή με μικρότερες φυσικές απαιτήσεις είναι συχνά πιο εύκολο να συνεχιστούν.

Η άσκηση βοηθά ή επιδεινώνει τη νόσο;

Η ήπια έως μέτρια, εξατομικευμένη άσκηση θεωρείται ωφέλιμη για τους περισσότερους ασθενείς με CIDP και αποτελεί σημαντικό μέρος της αποκατάστασης.

Η φυσικοθεραπεία και τα προγράμματα θεραπευτικής άσκησης συμβάλλουν στη διατήρηση της μυϊκής δύναμης, της ευλυγισίας, της ισορροπίας και της λειτουργικής ανεξαρτησίας. Παράλληλα, μπορούν να μειώσουν την κόπωση και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής.

Αντίθετα, η υπερβολική σωματική καταπόνηση ή η εξαντλητική άσκηση μπορεί να επιδεινώσουν προσωρινά την κόπωση και τα συμπτώματα. Για τον λόγο αυτό, κάθε πρόγραμμα άσκησης θα πρέπει να προσαρμόζεται στις δυνατότητες του ασθενούς και να σχεδιάζεται σε συνεργασία με τον θεράποντα νευρολόγο και τον φυσικοθεραπευτή.

 

Υπάρχει ειδική διατροφή για τη CIDP;

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια ειδική δίαιτα που να έχει αποδειχθεί ότι θεραπεύει ή αναστέλλει την εξέλιξη της CIDP.

Παρόλα αυτά, μια ισορροπημένη διατροφή, όπως η μεσογειακή διατροφή, μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της γενικής υγείας, στη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και στον έλεγχο παραγόντων κινδύνου, όπως η παχυσαρκία, η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας, καθώς και η αποφυγή υπερβολικής αύξησης του σωματικού βάρους, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια κορτικοστεροειδή. Επίσης, η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι σημαντική για την προστασία της οστικής υγείας όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΓΙΑΤΡΟ

Καραγιώργης Γεώργιος MD, Νευρολόγος, νευρολόγος αθήνα, καλος νευρολόγος, νευρολόγος για ημικρανίες, νευρολόγος για πονοκέφαλο, νευρολόγος για παρκινσον, nevrologos

Στείλτε την ερώτηση σας για οποιοδήποτε προβληματισμό έχετε σχετικά με το νευρολογικό σας θέμα και θα σας απαντήσω άμεσα.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕ ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΑΣ

Καραγιώργης Γεώργιος MD, Νευρολόγος

Βασικό μου μέλημα είναι να προσφέρω αποτελεσματικές υπηρεσίες τόσο στην πρόληψη, όσο και τη θεραπεία των νευρολογικών παθήσεων.
Καλέστε για το ραντεβού σας στο 210 74 40 300.
Για έκτακτο ή επείγον περιστατικό καλέστε τον Ιατρό στο 697 1895 259.

Επίσης μπορείτε να προγραμματίσετε το ραντεβού σας μέσω του Doctoranytime και του Instadoctor

ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΝΕΑ

Ο ΙΑΤΡΟΣ

bottom of page